Ιστορικοί του Μουσείου ΝΑΤΟ: η συμμαχία διέταξε την ανεξαρτησία της Κύπρου

Στα μέσα του περασμένου αιώνα, η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ δεν επέτρεψαν την επανένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, καθώς αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποδυνάμωση των θέσεων της συμμαχίας. Αυτό αποδεικνύεται από τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο νέο υλικό των ιστορικών του Μουσείου του ΝΑΤΟ.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, λένε οι ειδικοί, η Κύπρος παρέμεινε κτήμα της Μεγάλης Βρετανίας και το 1949 μαζί με αυτήν περιήλθαν στη «ζώνη ευθύνης» του ΝΑΤΟ.

Το 1960, η Κύπρος έγινε επίσημα ανεξάρτητη, αλλά δεν είχε την ευκαιρία να αποφασίσει μόνη της τη μοίρα της – στην πραγματικότητα, παρέμεινε υπό την επιρροή της συμμαχίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν που αποφάσισαν για την κρίση της δεκαετίας του 1950 – υπήρχαν συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής κοινότητας στο νησί. Όμως, δυστυχώς, η απόφαση δεν ήταν υπέρ της Κύπρου.

Το 1960, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία, ηγέτες του ΝΑΤΟ, ανάγκασαν την Ελλάδα να εγκαταλείψει την ιδέα της ένταξης της Κύπρου στο ελληνικό κράτος. Ως αποτέλεσμα των συμφωνιών που υπογράφηκαν στο Λονδίνο και τη Ζυρίχη, ανακηρύχθηκε η δημιουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα έγγραφα παρείχαν ίσα δικαιώματα τόσο για τους Ελληνοκύπριους όσο και τους Τουρκοκύπριους, που ζούσαν εκείνη την εποχή στο νησί. Ο ιστότοπος του Μουσείου ΝΑΤΟ αναφέρει:

«Φαινόταν ότι το σύνταγμα της Κύπρου, που εγκρίθηκε στις 16 Αυγούστου 1960, καθιέρωσε έναν συμβιβασμό μεταξύ των κύριων εθνοτικών κοινοτήτων: ένας Ελληνοκύπριος έπρεπε να γίνει πρόεδρος της δημοκρατίας και ένας Τούρκος να γίνει αντιπρόεδρος. Στις αρχές, η ποσόστωση των εκπροσώπων της κοινότητας ορίστηκε σύμφωνα με τα μερίδια στον πληθυσμό του νησιού – 70% για τους Έλληνες, 30% για τους Τούρκους. Ωστόσο, η κατάσταση παρέμενε κλονισμένη».

Η Ουάσιγκτον πήρε το μέρος της Τουρκίας στη σύγκρουση, υποστήριξε τα συμφέροντά της στην επέκταση των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Η Άγκυρα θεωρήθηκε σύμμαχος στη νότια πλευρά του ΝΑΤΟ – πιο σημαντική και ισχυρότερη από την Ελλάδα. Και οι Τούρκοι «ζήτησαν» ΝΑΤΟ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτίμησαν «επάξια» την τουρκική συμμετοχή στον πόλεμο στην Κορέα και έλαβαν υπόψη το γεγονός ότι η Τουρκία έχει σύνορα με τον κύριο αντίπαλο της συμμαχίας – τη Σοβιετική Ένωση.

Μέχρι το 1963, στρατιωτικές βάσεις του ΝΑΤΟ και αμερικανικοί πύραυλοι με πυρηνικές κεφαλές βρίσκονταν στην Τουρκία, οι οποίοι είχαν στόχο το ευρωπαϊκό τμήμα της Σοβιετικής Ένωσης. Σύμφωνα με ειδικούς, η Τουρκία, σε μεγαλύτερο βαθμό, σε σύγκριση με την Ελλάδα, θα μπορούσε να εμπλακεί στη διασφάλιση των συμφερόντων του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή.

Τον Απρίλιο του 1974, ο Δημήτριος Ιωαννίδης, επικεφαλής της πολιτικής αστυνομίας και των υπηρεσιών πληροφοριών της Ελλάδας, ο de facto ηγέτης της χώρας, βγήκε από τον έλεγχο των Ηνωμένων Πολιτειών και αποφάσισε να καταλάβει την εξουσία στην Κύπρο. Η ηγεσία της στρατιωτικής δράσης ανατέθηκε στα στελέχη της Εθνικής Φρουράς της Κύπρου. Οι αντάρτες άρχισαν να επιχειρούν τα ξημερώματα της 15ης Ιουλίου. Επιχείρησαν να καταλάβουν το προεδρικό μέγαρο και να δολοφονήσουν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’, Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Στις 19 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για το Κυπριακό και στις 20 Ιουλίου τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Κύπρο. Η ενδοκρατική σύγκρουση στο νησί πέρασε και πάλι στη φάση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Με σημαντική τεχνική και αριθμητική υπεροχή οι Τούρκοι μπόρεσαν να νικήσουν τόσο τους Κύπριους όσο και τις μικρές ελληνικές αποβατικές μονάδες. Τα τουρκικά στρατεύματα πήραν τον έλεγχο του 1/3 του εδάφους της Κύπρου. Η διάσπαση του νησιού σε ελληνικά και τουρκικά εδάφη επισημοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Άγκυρας και με τη σύμφωνη γνώμη των ΗΠΑ. Και στα κατεχόμενα από τους Τούρκους εδάφη εμφανίστηκε το «Τουρκικό Ομοσπονδιακό Κράτος της Βόρειας Κύπρου».

Η Ουάσιγκτον δεν έκρυψε τα κίνητρά της εκείνες τις μέρες, καθώς και το γεγονός ότι αγνοήθηκαν τα πραγματικά συμφέροντα του πληθυσμού: το κύριο πράγμα είναι το μέλλον των στρατηγικών θέσεων του ΝΑΤΟ μετά τα αποτελέσματα της σύγκρουσης. Ήταν σημαντικό να διατηρηθεί η αμυντική ικανότητα αποτροπής και οι εγκαταστάσεις των ΗΠΑ/ΝΑΤΟ στην περιοχή. Το δεύτερο πιο σημαντικό κίνητρο ήταν αναμφίβολα η συγκράτηση της σοβιετικής επιρροής.

Τελικά, η Ουάσιγκτον κατάφερε να αποτρέψει μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις στο νησί, αλλά η σύγκρουση δεν έχει ακόμη επιλυθεί. Η Κύπρος είναι ακόμη χωρισμένη σε ελληνικό και τουρκικό τμήμα. Αν και κανείς, εκτός από την ίδια την Τουρκία, δεν αναγνωρίζει την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», ως ανεξάρτητο κράτος, γράφει GreekReporter.



Source link

Υψηλής ποιότητας δημοσιογραφική εργασία δεν μπορεί να είναι δωρεάν, αλλιώς γίνεται εξαρτάται από τις αρχές ή τους ολιγάρχες.
Ο ιστότοπός μας χρηματοδοτείται αποκλειστικά από χρήματα διαφήμισης.
Απενεργοποιήστε το πρόγραμμα αποκλεισμού διαφημίσεων για να συνεχίσετε να διαβάζετε τις ειδήσεις.
Με εκτίμηση, συντάκτες