Φόροι: "Να πληρώσω ή να μην πληρώσω, αυτό είναι το ζητούμενο"

Ο πληθυσμός πληρώνει ακριβά καύσιμα, γιατί η φοροδιαφυγή, μικρή και μεγάλη, στην Ελλάδα (όπως και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου) είναι συνηθισμένη. Αυτή, δυστυχώς, είναι η απλή και πικρή αλήθεια για την πληρωμή φόρων, λέει ο Έλληνας δημοσιογράφος Άδωνις Καρακούσης.

Οι φόροι δεν ήταν ποτέ δημοφιλείς. Αντίθετα, πάντα προκαλούσαν την οργή των πολιτών και μερικές φορές χρησίμευαν ως έδαφος ή μάλλον ως πρόσχημα για εξεγέρσεις, ακόμη και εθνικές επαναστάσεις.

Από την αρχαία αθηναϊκή δεκάτη και την οθωμανική εισβολή μέχρι τον «φόρο του τσαγιού» ​​που πυροδότησε τον Επαναστατικό Πόλεμο και εξακολουθεί να στοιχειώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες, όλα τα είδη φόρων έχουν γραφτεί με μαύρα στη συλλογική μνήμη της ανθρώπινης κοινωνίας.

Στην πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας, ειδικά μετά την αλλά ποτέ επισήμως αναγνωρισμένη χρεοκοπία και υπερβολική χρήση φόρων, έχουν παρουσιαστεί ως το απόλυτο κακό. Με τα χρόνια, τα μνημόνια έγιναν το κυρίαρχο όργανο της δημοσιονομικής πολιτικής.

Το καλοκαίρι του 2015, μετά την ανεπιτυχή προσπάθεια της πρώτης κυβέρνησης του κ. Τσίπρα να άρει επαχθή όρους χρεοκοπίας, επικράτησαν και αυξήθηκαν κάθε λογής φόροι.

Το τίμημα των αυταπατών και των ψευδαισθήσεων της τότε πολιτικής ηγεσίας ήταν ακριβώς η επιβολή αφόρητων φόρων. Η ακίνητη περιουσία υπερφορτώθηκε από τον γίγαντα ΕΝΦΙΑ, τα είδη πρώτης ανάγκης επιβαρύνονταν με τον διπλάσιο ΦΠΑ του προηγούμενου 24% και για κάθε εργαζόμενο το κράτος ελάμβανε έως και 50% φόρους στους μισθούς του – διατηρώντας υψηλούς συντελεστές φορολογίας εισοδήματος και καθιερώνοντας πρόσθετη έκτακτη εισφορά. σε όλα τα εισοδήματα, ακόμη και από συνταξιούχους με αναπηρία.

Στην επόμενη φάση του αντίστοιχου δημοσιονομικού ισοζυγίου, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας άρχισε να μειώνει σιγά σιγά το βάρος των φόρων, κυρίως στα εισοδήματα, χωρίς ωστόσο να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των πολιτών. Με την έναρξη της πανδημίας του κορωνοϊού, και τώρα τη συνδυασμένη γεωπολιτική και ενεργειακή κρίση, οι αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις απέτρεψαν μια επιταχυνόμενη φορολογική μείωση. Όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η συνεχιζόμενη έκρηξη του τουρκικού ρεβιζιονισμού δεν άφησε κανένα περιθώριο για επιταχυνόμενες φορολογικές περικοπές.

Σε αυτές τις ακραίες συνθήκες ενεργειακής και γεωπολιτικής αστάθειας, η κυβέρνηση έχει δώσει προτεραιότητα στον έλεγχο των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος, στη στήριξη μέσω επιδοτήσεων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις και σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών λόγω της τουρκικής στρατιωτικής απειλής.

Έτσι, σκόπιμα άφησε αμετάβλητους τους έμμεσους φόρους, ιδίως στα καύσιμα. Ο λόγος είναι ότι τα έσοδα από τη φορολογία καυσίμων είναι σχεδόν αναντικατάστατα λόγω των διαρθρωτικών προβλημάτων της φορολογικής πολιτικής. Και σήμερα μόνο αυτοί είναι η πιο σταθερή πηγή αναπλήρωσης του προϋπολογισμού.

Παρά την τεχνολογική πρόοδο και τις σταδιακές ηλεκτρονικές συναλλαγές που επικρατούν, τα άτυπα εισοδήματα παραμένουν κυρίαρχα στη χώρα μας. Κάθε χρόνο χάνονται δισεκατομμύρια φόροι λόγω φοροδιαφυγής. Σχεδόν το 25% του εθνικού εισοδήματος παραμένει στη σκιά.

Πιθανή μείωση του ΦΠΑ (24%) στα καύσιμα, που εφαρμόζεται με βάση τις υψηλές τιμές και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, θα στερήσει το δημόσιο ταμείο από σημαντικά έσοδα, τα οποία το υπουργείο Οικονομικών δεν θα μπορέσει να αναπληρώσει από διαφυγόντα έσοδα.

Στην πραγματικότητα, το ευρύ κοινό πληρώνει για ακριβά καύσιμα γιατί το κράτος δεν μπορεί να εισπράξει αρκετούς φόρους τόσο από μικρούς όσο και από μεγάλους φορολογούμενους. Αυτή, δυστυχώς, είναι η απλή, πικρή αλήθεια της φορολογικής επιλογής.

***

Από τον συντάκτη.
Παρά το γεγονός ότι το υλικό μυρίζει ελαφρώς εντολή από τους κυβερνώντες, ο συγγραφέας κάνει αρκετά εύλογες παρατηρήσεις, επισημαίνοντας τη χαμηλή δημοσιονομική πειθαρχία των κατοίκων της Ελλάδας. Και τι πιστεύεις;



Source link

Υψηλής ποιότητας δημοσιογραφική εργασία δεν μπορεί να είναι δωρεάν, αλλιώς γίνεται εξαρτάται από τις αρχές ή τους ολιγάρχες.
Ο ιστότοπός μας χρηματοδοτείται αποκλειστικά από χρήματα διαφήμισης.
Απενεργοποιήστε το πρόγραμμα αποκλεισμού διαφημίσεων για να συνεχίσετε να διαβάζετε τις ειδήσεις.
Με εκτίμηση, συντάκτες