Θεοφάνεια 1966: λαϊκή αναταραχή, ο Θεοδωράκης δημιουργεί το αξεπέραστο έργο «Ρωμιοσύνη»

Πίσω στο 1966, η κλεψύδρα της δημοκρατίας στη χώρα που την γέννησε άρχισε να καταστρέφει επικίνδυνα. Η Ελλάδα έχει ξεκινήσει ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Η πολιτική σκηνή έμοιαζε με μπαρουταποθήκη, έτοιμη να εκραγεί. Όλα έδειχναν ότι η εγκαθίδρυση δικτατορίας ήταν μόνο θέμα χρόνου.

Είναι μια εποχή μεγάλων ιστορικών και δραματικών γεγονότων. Αλλά ταυτόχρονα, αυτή είναι μια περίοδος που ενέπνευσε ταλέντα για μοναδική δημιουργικότητα, όταν δημιουργούνται αξεπέραστα έργα, τα οποία προορίζονται να αφήσουν το στίγμα τους στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Η γιορτή των Θεοφανείων εκείνη τη χρονιά θα σηματοδοτήσει την έναρξη του αξεπέραστου μουσικού κομματιού «Ρωμιοσύνη». Η βία και η καταστολή από την αστυνομία ήταν που ανάγκασαν τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη να πει μια φράση, πιθανότατα διπλής σημασίας, που θα έπρεπε να έχει μείνει στην ιστορία.

Λίγους μήνες πριν την εγκαθίδρυση της δικτατορίας από τους συνταγματάρχες, το πολιτικό κλίμα στη χώρα ήταν ιδιαίτερα τεταμένο και παρέμεινε με σημαντικές διακυμάνσεις μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

Σαν να ήθελαν και οι δύο πλευρές να «κλείσουν» τους «ανοιχτούς λογαριασμούς». Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει από τον Μάιο του 1963, όταν παρακρατικοί σκότωσαν τον βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη. Από εκείνη τη στιγμή η χώρα μπήκε σε μια σοβαρή κρίση. Άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για τη χούντα. Αυτό, όπως γνωρίζετε, συνέβη στις 15 Ιουλίου 1965.

Στις 21 Απριλίου 1967 έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα να εγκαθιδρυθεί καθεστώς «μαύρων συνταγματαρχών» που κράτησε μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974.

Η άνοδος του στρατού στην Ελλάδα ήταν αποτέλεσμα πολυετούς αντιπαράθεσης αριστερών και δεξιών πολιτικών δυνάμεων, οι ρίζες των οποίων χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1920 και δεν σταμάτησαν ούτε κατά τη γερμανική κατοχή το 1941-1944. Την επιτυχία των εξεγερμένων αξιωματικών διευκόλυνε και η συνταγματική κρίση που κράτησε δύο χρόνια στη χώρα, γνωστή ως «Αποστασία-1965».

Τότε ο νεαρός βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’, που ανέβηκε στο θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του, βασιλιά Παύλου, το 1965, διαφωνώντας με τον περιορισμό των εξουσιών του, απέλυσε μόνο την κυβέρνηση του μεταρρυθμιστή Γεωργίου Παπανδρέου που είχε έρθει στην εξουσία.

Οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ του βασιλιά και του κοινοβουλίου οδήγησαν σε συχνές αλλαγές στο υπουργικό συμβούλιο και αυτό οδήγησε σε αστάθεια στην κοινωνία. Στις αρχές του 1967, η εξέλιξη της πολιτικής κρίσης στην Ελλάδα έφτασε σε ακραία οξύτητα. Η κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη δυσαρέσκεια και οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης δεν μπόρεσαν να στρέψουν αποφασιστικά την πορεία των γεγονότων στη σωστή κατεύθυνση.

Σε αυτή την κατάσταση σχηματίστηκε η ισορροπία δυνάμεων υπέρ των κομμάτων που υποστήριζαν τη δημοκρατική οδό ανάπτυξης. Φοβούμενοι τη νίκη τους στις βουλευτικές εκλογές που είχαν προγραμματιστεί για τις 28 Μαΐου 1967, η βασιλική αυλή και οι χορηγοί της ετοιμάστηκαν να επιβάλουν μια στρατιωτική δικτατορία με τη βοήθεια δεξιών στρατηγών που ήταν διστακτικοί για την ημερομηνία του πραξικοπήματος. Αυτό εκμεταλλεύτηκε ομάδα Ελλήνων μεσαίων αξιωματικών με επικεφαλής τους συνταγματάρχες Γεώργιο Παπαδόπουλο και Νικόλαο Μακαρέζο και τον στρατηγό Στυλιανό Παττακό.

Τα ξημερώματα της 21ης ​​Απριλίου 1967 εισήχθησαν στην ελληνική πρωτεύουσα περίπου 100 άρματα μάχης, τα οποία κατέλαβαν τα σημαντικότερα σημεία των υποδομών της πόλης, ξεκινώντας από το Υπουργείο Άμυνας. Παράλληλα, έγιναν στοχευμένες συλλήψεις κορυφαίων αντιπολιτευόμενων, αλλά και όλων όσων «συμπάθησαν» με την αριστερά. Από τους πρώτους που συνελήφθησαν ήταν ο αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού, ο οποίος γνώριζε για τους συνωμότες. Μάλιστα, τον έπεισαν να τους συμμετάσχει και ο αρχιστράτηγος έδωσε εντολή να ξεκινήσει ένα σχέδιο δράσης («Σχέδιο Προμηθέας»), το οποίο είχε συνταχθεί πολύ πριν από αυτά τα γεγονότα σε περίπτωση κομμουνιστικής απειλής.

Η παρουσία της διαταγής, που υπέγραψε ο αρχιστράτηγος, επέτρεψε στους συνωμότες να ελέγξουν σχεδόν ολόκληρο τον ελληνικό στρατό.

Το επόμενο πρωί όλη η Ελλάδα ήταν στα χέρια των συνταγματαρχών. Όλοι οι κορυφαίοι πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού, συνελήφθησαν και τέθηκαν σε απομόνωση.

Οι στρατιωτικοί κατάφεραν να καταλάβουν την εξουσία χωρίς προβλήματα, αφού οι κάτοικοι της Ελλάδας είχαν βαρεθεί τις συνεχείς πολιτικές κρίσεις και εναποθέτησαν τις ελπίδες τους στην εδραίωση της σταθερότητας μαζί τους.

Οι στρατιωτικοί που πραγματοποίησαν το πραξικόπημα καθιέρωσαν ένα καθεστώς ανοιχτής στρατιωτικής δικτατορίας. Για το μαύρο χρώμα των στολών του και για τον στρατιωτικό βαθμό των ηγετών τον αποκαλούσαν δικτατορία των «μαύρων συνταγματαρχών». Η χούντα εισήγαγε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη χώρα, ουσιαστικά εκκαθάρισε τους θεσμούς της δημοκρατίας, απαγόρευσε τις απεργίες, τις συνεδριάσεις, καθιέρωσε αυστηρή λογοκρισία, όλα τα πολιτικά κόμματα και μια σειρά από δημόσιους οργανισμούς διαλύθηκαν. Διορίστηκαν κυβερνητικά στελέχη από τον στρατό, χιλιάδες πολιτικοί φυλακίστηκαν, απαγορεύτηκε να ακούς ροκ μουσικούς, να υποστηρίζεις τον αθεϊσμό και τον σοσιαλισμό.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος της Ελλάδας αρχικά αναγνώρισε τη νέα κυβέρνηση, αλλά σύντομα κατάλαβε ότι ήταν απλώς μια μαριονέτα στα χέρια ενός τρομερού εχθρού και άρχισε να προετοιμάζει ένα αντιπραξικόπημα, βασιζόμενος στις δυνάμεις του Ελληνικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας. Η εξέγερση ξεκίνησε στις 13 Δεκεμβρίου 1967 στο λιμάνι της Καβάλας, αλλά κατεστάλη. Ως αποτέλεσμα, οι ανώτεροι αξιωματικοί πιστοί στον μονάρχη συνελήφθησαν και ο ίδιος ο βασιλιάς κατέφυγε στην Ιταλία με την οικογένειά του.

Για να μην προκληθεί νέο κύμα διαμαρτυριών, η στρατιωτική κυβέρνηση αρνήθηκε να απομακρύνει αμέσως τον βασιλιά από την εξουσία και επέδειξε πίστη στη μοναρχία. Τον Δεκέμβριο του 1967, πρωθυπουργός της Ελλάδας έγινε ο αρχηγός της στρατιωτικής χούντας, συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο οποίος το 1972, απουσία του βασιλιά, διορίστηκε αντιβασιλιάς.

Η κυβέρνηση Παπαδόπουλου έχει συντάξει ένα νέο σύνταγμα για τη χώρα, με σκοπό να νομιμοποιήσει τη στρατιωτική δικτατορία. Σε δημοψήφισμα τον Σεπτέμβριο του 1968, εγκρίθηκε το νέο σύνταγμα, αλλά το κοινοβούλιο δεν συγκλήθηκε ποτέ και οι περισσότερες από τις υποσχέσεις σχετικά με τις εκλογικές εγγυήσεις και τις πολιτικές ελευθερίες δεν εκπληρώθηκαν ποτέ.

Ο δικτάτορας Παπαδόπουλος μείωσε σταδιακά τη σκληρότητα του καθεστώτος του, πραγματοποιώντας έναν εύκολο «εκδημοκρατισμό». Την 1η Ιουνίου 1973 καταργήθηκε η μοναρχία. Οι συνταγματικές τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν τον Ιούλιο μετέτρεψαν την Ελλάδα σε «προεδρική κοινοβουλευτική δημοκρατία». Ο Παπαδόπουλος, που έγινε πρόεδρος της δημοκρατίας, ήρε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, απελευθέρωσε πολιτικούς κρατούμενους και σχημάτισε υπουργικό συμβούλιο αποκλειστικά από πολίτες.

Ας επιστρέψουμε όμως στο μακρινό 1966. Μαζικές και αιματηρές συγκεντρώσεις διαδηλωτών ξεκινούν στη χώρα. Υπάρχουν βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία για πολλές ώρες σχεδόν καθημερινά. Κατά τη διάρκεια μιας από αυτές τις διαδηλώσεις, ένας μαθητής, ο Σωτήρης Πετρούλας, σκοτώνεται και η λαϊκή οργή εντείνεται.

Εορτασμοί των Θεοφανείων στον Πειραιά

Μέσα σε ένα τόσο τεταμένο κλίμα, η Ελλάδα γιορτάζει το νέο έτος. Στις 6 Ιανουαρίου 1966, σχεδιάστηκε ο αγιασμός της υδάτινης περιοχής του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας – του Πειραιά.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου πιστεύει ότι αυτή είναι μια μεγάλη ευκαιρία να επιδείξει τη δύναμή του απέναντι στο «παλάτι», αποκαλώντας την ημερομηνία «Ημέρα Αντίστασης».

Όλα όσα έγιναν στη συνέχεια έμοιαζαν αναπόφευκτα. Ανήμερα των Θεοφανείων, χιλιάδες οργισμένοι διαδηλωτές συγκεντρώνονται στο λιμάνι. Σύμφωνα με το Center Union, ο αριθμός τους ξεπερνά τις 200.000.

Ξένοι ανταποκριτές αναφέρουν ότι ο αριθμός των παρευρισκομένων έφτασε τις 50 χιλιάδες, ενώ η αστυνομία έκανε λόγο για λιγότερους από 10 χιλιάδες! Ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου φτάνει στον Πειραιά με μια τεράστια κορτέζα.

Σύντομα ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας. Ο Πειραιάς θυμίζει «πεδίο μάχης». Μεταξύ των διαδηλωτών που συγκρούονται με την αστυνομία είναι ο βουλευτής της ΕΔΑ και πρόεδρος της νεολαίας Λαμπράκη Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος ξυλοκοπείται άγρια.

Οι τραυματισμοί και οι συλλήψεις σκοτείνιασαν τη θρησκευτική εορτή των Θεοφανείων: «… Και η αστυνομία ήταν υποχρεωμένη, ακόμη κι αν δεν προκλήθηκε σε επίθεση, να προστατεύσει την κυκλοφορία και την ελευθερία των πολιτών», λένε οι σύγχρονοι.

Ώρα “Ρωμιοσύνη”

Μετά τα επεισόδια που συνέβησαν στις 6 Ιανουαρίου 1966 στον Πειραιά, ο Θεοδωράκης γυρίζει στο σπίτι χτυπημένος, με τα ρούχα αιμόφυρτα και πηγαίνει κατευθείαν στο γραφείο του. Την επόμενη μέρα, 7 Ιανουαρίου 1966, ο Μίκης Θεοδωράκης ανακοίνωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι άρχισε να συνθέτει εννέα ποιήματα από τη Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου, αφιερωμένα σε εκείνα τα γεγονότα: «Έπιασα τα χειρόγραφα, και όταν διάβασα τον στίχο» Αυτά τα δέντρα είναι cramped heaven “(” Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό “), I said that Romiosini’s time was, and sat down at the piano.”

Η ιστορία σταμάτησε και το έργο έγινε λατρεία.





Source link

Υψηλής ποιότητας δημοσιογραφική εργασία δεν μπορεί να είναι δωρεάν, αλλιώς γίνεται εξαρτάται από τις αρχές ή τους ολιγάρχες.
Ο ιστότοπός μας χρηματοδοτείται αποκλειστικά από χρήματα διαφήμισης.
Απενεργοποιήστε το πρόγραμμα αποκλεισμού διαφημίσεων για να συνεχίσετε να διαβάζετε τις ειδήσεις.
Με εκτίμηση, συντάκτες